Για τον καθένα μας, ένα νησί μπορεί να αποτελεί έναν τόπο ελευθερίας, απόσυρσης, αυτάρκειας, διακοπών, ουτοπίας, γαλήνης και ενδοσκόπησης καθώς και έναν τόπο μοναξιάς, περιορισμού, εξορίας και διαχωρισμού με τον υπόλοιπο κόσμο. Στην περίπτωση του Άγγελου Αντωνόπουλου, της Αλίκης Ρήγου και της Μαρίας Σχινά, οι οποίοι έχουν επιλέξει να ζουν μόνιμα ή κατά μεγάλα διαστήματα στα Κύθηρα, το τοπίο, η ιστορία, η παράδοση και οι σχέσεις τους με την τοπική κοινωνία του νησιού έχουν λειτουργήσει, σε ένα μεγάλο βαθμό μεταξύ άλλων, συνειδητά ή ασυνείδητα ως πηγή έμπνευσης για τη δουλειά τους.
Στα επιτοίχια έργα του, ο Άγγελος Αντωνόπουλος εγκλωβίζει εικόνες και τρισδιάστατους χώρους δημιουργημένους από διαφορετικά υλικά, τα οποία παραπέμπουν στα Κύθηρα. Συγκεκριμένα σε ένα έργο της έκθεσης ανακαλύπτουμε το κάστρο και άλλα στοιχεία της αρχιτεκτονικής του νησιού, ενώ σε ένα άλλο, συναντάμε ένα πλοίο που καταλήγει σε πλοκάμια καλαμαριού που αγκαλιάζουν δύο πόδια, τα οποία ενώνονται στους πρόποδες του κορμού τους, δημιουργώντας το σχήμα μιας τραμπάλας. Το πλοίο και τα πλοκάμια παρεμβαίνουν σε μία προσπάθεια να διαταράξουν την ισορροπία και το ανθρώπινο μέτρο. Στη δουλειά του επικρατεί κυρίως η δυαδικότητα του άσπρου και του μαύρου, τα οποία σύμφωνα με τον Gaston Bachelard, δεν είναι μοναχικά αντίθετα, αλλά εμπλέκονται μεταξύ τους και χρειάζεται το ένα το άλλο· έτσι μέσα από αυτό το αρχέτυπο της αντίθεσης ενεργοποιείται η φαντασία¹. Μεταξύ της πάλης των αντιθέσεων, της κίνησης ανάμεσα σε δύο πόλους, όπως του φωτός και του σκοταδιού, του καλού και του κακού, της ζωής και του θανάτου, γεννιέται η επιθυμία και παράλληλα ο φόβος για να εμπλακεί η φαντασία και να συμβεί μια μετατόπιση προς την ισορροπία. Άλλωστε μέσα από αυτά τα μονόχρωμα περιβάλλοντα/φόντα, ξεδιπλώνεται όχι μόνο η φαντασία του Αντωνόπουλου αλλά και η δική μας, καθώς ανακαλύπτουμε νέους κόσμους και μορφές, προσωπικές στον κάθε θεατή, με αποτέλεσμα να διευρύνεται ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε.
Στα ψηφιδωτά και ζωγραφικά έργα με ακουαρέλες της Αλίκης Ρήγου, εντοπίζουμε κατόψεις από δίκτυα, ανασκαφές και διαδρομές που εν μέρει θυμίζουν διαφορετικά σημεία του νησιού και εν μέρει συνδέονται με την περίπλοκη δομή των σύγχρονων πόλεων και των ξεχασμένων αστικών τοπίων που είναι ανάλογη με αυτή του λαβύρινθου, του αρχαιότερου και θεμελιώδους συμβόλου της ανθρώπινης υπόστασης. Όπως και στην περίπτωση του λαβύρινθου, τα έργα της Ρήγου φέρνουν στο προσκήνιο υπαρξιακά ζητήματα² σχετικά με το φαινομενικό χάος που επικρατεί στη φύση και τον κόσμο, και ωθούν προς μία νοητική πλοήγηση στον χρόνο: πίσω στο παρελθόν, στο παρόν και μπροστά στο μέλλον. Με την κατανόηση της τάξης που τελικά επικρατεί στη φύση και στον κόσμο, οι ανθρώπινες σχέσεις ξεφεύγουν από το πρίσμα της πολυπλοκότητάς τους και μπορούν να ειδωθούν ως απλές και ουσιαστικές για την εξέλιξη του ατόμου. Η Ρήγου, ως ένα βαθμό, περιπλανιέται συνειδητά στον λαβύρινθο του ασυνείδητού της για να ανακαλύψει τον βαθύτερο εαυτό της και την εικαστική της έκφραση.
Όπως και σε προηγούμενες ενότητές της, η Μαρία Σχινά υιοθετεί στοιχεία της παραδοσιακής υφαντικής με αργαλειό, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της λαϊκής παράδοσης των Κυθήρων για την κατασκευή μάλλινων κουβερτών (γνωστές ως χιράμια), των υφαντών σακιών και των κουρελούδων. Συγκεκριμένα, η Σχινά αφαιρεί το υφάδι, το παραδοσιακό συστατικό του μοτίβου της ύφανσης, διατηρώντας το στημόνι με καρφιά για να δημιουργήσει ένα πλαίσιο με παράλληλα νήματα. Μέσω της πυκνότητας και του πάχους του στημονιού, αναδύεται ένα «αόρατο» ύφασμα που χαρακτηρίζεται από τις οπτικές ψευδαισθήσεις και κινητικούς ρυθμούς της Op-Art της δεκαετίας του 1960. Τα μοτίβα που δημιουργεί είναι αυτά των ξερολιθιών που συναντάμε στα περισσότερα νησιά της χώρας μας. Οι ξερολιθιές, οι οποίες για την Σχινά είναι «πανέμορφοι ασύμμετροι σχηματισμοί», χρησιμοποιούνται κυρίως ως σύνορα των χωραφιών, και σε συνδυασμό με την τεχνική που έχει ακολουθήσει η καλλιτέχνις, θέτουν στους θεατές ερωτήματα όπως: πόσο σταθερά και απαραίτητα είναι τα σύνορα, και πώς αυτά διαμορφώνονται από ανώτερες και «αόρατες» δυνάμεις που κινούν νήματα. Μπορούν όμως, όπως και στην περίπτωση των δικτύων της Ρήγου, να γίνουν αντιληπτές ως οι γραμμές που οφείλουν να χαράξουν οι άνθρωποι στη ζωή τους, η οποία είναι υφασμένη από κόμπους που συνδέουν τα πράγματα και τις καταστάσεις, σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Tim Ingold³.
Θα ήθελα να κλείσω το κείμενό μου με δύο λόγια του Γάλλου φιλόσοφου Gilles Deleuze, τα οποία παρόλο που αναφέρονται στα έρημα νησιά και τη συμβολική τους σημασία, πιστεύω ότι αγγίζουν και νησιά όπως αυτό των Κυθήρων, τα οποία ερημώνουν τον χειμώνα, αλλά και το καλοκαίρι προσφέρουν καταφύγιο από την πολυκοσμία και κάλεσμα γνωριμίας με τη γαλήνη, τα ερεθίσματα και τις ομορφιές του νησιού. «Όταν ονειρεύεσαι νησιά - είτε με χαρά είτε με φόβο, δεν έχει σημασία - ονειρεύεσαι ότι απομακρύνεσαι, ότι είσαι ήδη αποκομμένος, μακριά από οποιαδήποτε ήπειρο, ότι είσαι χαμένος και μόνος - ή ονειρεύεσαι ότι ξεκινάς από το μηδέν, ότι ξαναδημιουργείς, ότι αρχίζεις εκ νέου... Δεν είναι πλέον το νησί που βρίσκεται αποκομμένο από την ηπειρωτική χώρα, αλλά οι άνθρωποι που, όταν βρίσκονται σε ένα νησί, νιώθουν αποκομμένοι από τον κόσμο»⁴. Με αυτό τον τρόπο, ο Αντωνόπουλος, η Ρήγου και η Σχινά αποσύρονται από τον κόσμο, ξεκινούν από το μηδέν, παίρνουν δυνάμεις από το νησί για τις μελλοντικές δημιουργίες τους.
Στρατής Πανταζής
Ιστορικός τέχνης και Επιμελητής
Σημειώσεις
1. Joanne H. Stroud, «Foreword», στο βιβλίο του Gaston Bachelard, Water and Dreams, Ντάλας: The Pegasus Foundation, 1999 (1942), viii.
2. Patrick Conty, The Genesis and Geometry of the Labyrinth: Architecture, Hidden Language, Myths and Rituals, Ρότσεστερ, Βερμόντ, ΗΠΑ: Inner Traditions, 2002.
3. Tim Ingold, The Life of Lines, Νέα Υόρκη: Routledge, 2015.
4. Gilles Deleuze, Desert Islands and Other Texts 1953-1974, Νέα Υόρκη: Semiotext(e), 2004, 10.

